ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΟΡΟΒΑΓΚΟΣ


Γεννήθηκε στο Λιτόχωρο στο Α’ μισό του 18ου αιώνα. Πρώτη γραπτή αναφορά σχετική για τον ίδιο έχουμε στο έργο του Ι. Δρακιώτη “Κώνωψ Ολύμπου….” Που εκδόθηκε στα 1870, αναφέρεται όμως στο Λιτόχωρο τουλάχιστον τις προηγούμενες δεκαετίες.

Στη σχετική αναφορά γίνεται λόγος για τον Ευάγγελο Κοροβάγκο “….νέον ευπαίδετον και ευάγωγον, διακρινόμενον επί τιμιότητι, ηθικότητι και ευθυκρισία και ευσυνειδησία. Δεν δύναται όμως να λάβει μέρος εις τα της κωμοπόλεως, ένεκα της Ελληνικής υπηκοότητος ήν φέρει” .

Το 1878 είναι ο Πρόεδρος της Επαναστατικής Κυβέρνησης του Ολύμπου, η οποία μπορεί εντέλει να απέτυχε στρατιωτικά, πέτυχε όμως διπλωματικά την αναθεώρηση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου προς το συμφέρον του Ελληνικού  πληθυσμού της Μακεδονίας.

Μετά το άδοξο τέλος της Επανάστασης τον βρίσκουμε να υπογράφει την συνθηκολόγηση στο Λουτρό και κατόπιν μεταβαίνει στον Πειραιά όπου η Μακεδονική επιτροπή τον υποδέχθηκε με τιμές μαζί με τον επίσκοπο Κίτρους Νικόλαο.

Το 1884 προτείνεται στο Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών η Σύσταση Προξενικού Πρακτορείου στην Κατερίνη και κρίνεται ο Ευάγγελος Κοροβάγκος ως ο πλέον κατάλληλος να το διευθύνει. Το Προξενικό Πρακτορείο ιδρύθηκε όντως στα 1885 αλλά διορίστηκε άλλος προξενικός πράκτορας διότι η Οθωμανική Κυβέρνηση αρνηθηκε τον διορισμό του Κοροβάγκου εξαιτίας του ενεργού ρόλου του κατά την Επανάσταση του 1878 στην περιοχή.  Η Υψηλή Πύλη επιπλέον αρνείται να επιτρέψει στον Κοροβάγκο ακόμη και την επιστροφή και την απλή διαμονή στην πατρίδα του, το Λιτόχωρο, καθώς συνεχίζει να τον θεωρεί ύποπτο.

Έτσι ο Ευάγγελος Κοροβάγκος παρέμεινε στον Πειραιά μέχρι το τέλος της ζωής του (1895) λαμβάνοντας τιμητική κυβερνητική επιχορήγηση.


ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΙΘΑΚΗΣΙΟΣ


Γεννήθηκε στο Ακρωτήρι Μυτιλήνης στις 26 Φεβρουαρίου του 1877. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Γεωργανάς. Ο πατέρας του καταγόταν από την Ιθάκη, παντρεύτηκε όμως στην Μυτιλήνη και εγκαταστάθηκε εκεί μόνιμα όπου και ασκούσε το επάγγελμα του ναυπηγού.

Επί είκοσι χρόνια έμεινε στον Όλυμπο μέσα σε μια σπηλιά που ανακάλυψε ο ίδιος και την οποία ονόμαζε “Άσυλο Μουσών”. Ζούσε την μοναξιά του ως γνήσιος καλλιτέχνης.

Ο ίδιος δεν ενέτασε τον εαυτό του σε καμία σχολή παρότι τα έργα του μπορούν να θεωρηθούν γενικώς νεο-ιμπρεσιανιστικά  “Η σχολή μου είναι η αιώνια πηγή της εμπνεύσεως και η ψυχική ανταπόκρισης με το τοπίον και τον άνθρωπο. … Οπωσδήποτε ο Όλυμπος και η εναλλασσόμενη ομορφιά του σ’ όλες τις ώρες και σ’ όλες τις εποχές είναι η μοναδική μου ανεξάντλητος πηγή.”, δήλωνε ο Βασίλειος Ιθακήσιος.

Τον Ιούλιο του 1960 η τότε Κοινότητα Λιτοχώρου θέλοντας να τιμήσει τον Βασίλειο Ιθακήσιο τον ανακύρηξε επίτιμο δημότη Λιτοχώρου. Η αγάπη του Ιθακήσιου για την περιοχή είχε σαν αποτέλεσμα να αναφέρει ο ίδιος πολύ συχνά το Λιτόχωρο ως : “το χωριό μου”.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο γηροκομείο “Ευγηρείας” Μέλαθρον. Πάντοτε νοσταλγούσε τον Όλυμπο και επιθυμούσε την επιστροφή του σε αυτόν. Το Μάιο του 1977 , σε ηλικία 100 χρόνων, νοσηλευόταν στο αναρρωτήριο του γηροκομείου. Πάθαινε πλέον συχνά παραισθήσεις και στην διάρκεια κάποιας από αυτές κατάφερε να κατεβάσει τα παραπέτα του κρεβατιού του, γιατί τον είχαν σε κρεβάτι με κάγκελα, προχώρησε ως το παράθυρο για να ατενίσει τον Όλυμπο και καθώς έσκυψε, έπεσε κάτω από ύψος ενός μέτρου και χτύπησε θανάσιμα.


ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ , ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ


Γεννήθηκε στην Σκοτίνα Πιερίας το 1800, γόνος μεγάλης εκκλησιαστικής οικογένειας με αδιάλειπτη παρουσία στην Εκκλησία από το 16ο αιώνα έως σήμερα. Το 1818, εκάρη μοναχός στη Μονη Ολυμπιωτίσσης. Στη συνέχεια σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Τσαριτσάνης στην οποία και δίδασκε ο μέγας Οικονόμος ο εξ Οικονόμων. Το 1824 χειροτονείται Πρεσβύτερος στη Μονή Σπαρμού Ελασσώνας και αργότερα Πρωτοσύγκελος. Το 1827, με την μετάθεση του Μητροπολίτη Πορφύριου στην Μητρόπολη Μυτιλήνης, τον ακολουθεί και ο Καλλίνικος ως Πρωτοσύγκελος. Το 1830 στάλθηκε από τους Πατέρες στη Δράμα ως τοποτηρητής του κτήματος που κατείχε εκεί η Μονή Σπαρμού. Και από εκεί κλήθηκε ως Πρωτοσύγκελος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Μετά τον θάνατο του Πορφυρίου χειροτονήθηκε επίσκοπος (1851) και αναλαμβάνει Μητροπολίτης Μυτιλήνης έως το 1853 ή 1855 που μετατέθηκε στην Μητρόπολη Θεσσαλονίκης.

Το 1858 εκλέγεται στο δεύτερο τη τάξη Πατριαρχείο ως Πατριάρχης Αλεξανδρείας. Έκτισε με δικές του δαπάνες τον Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην γενέτειρά του, το σχολείο που διατηρείται ακόμη και σήμερα, ενώ αγόρασε όλο το χωριό από τους Τούρκους και άφησε ισόβιο κληροδότημα στην Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου Λιτοχώρου από 300 οθωμανικές λίρες για τη μισθοδοσία των δασκάλων. Επίσης με δική του δαπάνη σπούδασαν οι Δημήτριος Βερναρδάκης από τη Μυτιλήνη και ο Ιωάννης Ολύμπιος από τη Σκοτίνα. Είχε την τιμή να φέρει τα άμφια του μαρτυρικού Οικουμενικού Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄. Προσπάθησε ανεπιτυχώς να επιφέρει την ένωση με την Κοπτική Εκκλησία, ενώ συνέβαλε καθοριστικά στη λύση του «Λειμωνιακού ζητήματος».

Στις 24 Μαΐου 1861 παραιτήθηκε του θρόνου για λόγους υγείας. Σε εκλογή για την ανάδειξη Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως πλειοψήφισε παρά την θέλησή του και δεν δέχτηκε τον θρόνο. Πέθανε στη Μυτιλήνη το 1889 και η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη κατόπιν εντολής του Σουλτάνου. Τιμάται ιδιαιτέρως στη Σκοτίνα ως Μέγας Ευεργέτης. Η προτομή του βρίσκεται στην κεντρική Πλατεία της Άνω Σκοτίνας, αλλά και στην Μυτιλήνη,


ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΚΚΑΛΟΣ


Γεννήθηκε στο Λιτόχωρο Πιερίας το 1879 ή 1882. Από πολύ νεαρή ηλικία ασχολήθηκε με το βουνό του Ολύμπου και επαγγελματικά ως κυνηγός και υλοτόμος.

Στις 2 Αυγούστου 1913 οδηγώντας τον περίφημο φωτογράφο Frederic Boissonnas και τον συνοδό του, Daniel Baud – Bovy έγινε  ο πρώτος που ανέβηκε στον Μύτικα στην κορυφή του Ολύμπου.

Η ομάδα είχε ξεκινήσει για τη Μονή Αγίου Διονυσίου στις 29 Ιουλίου 1913 και κατασκήνωσαν στην Πετρόστρουγκα. Στις 30 Ιουλίου ανέβηκαν στη Σκούρτα, στον Προφήτη Ηλία (“Θρόνος του Δία”) και στο Σκολιό (“Μαύρη Κορυφή”). Έπειτα από μια χιονοθύελλα στα Πριόνια, στις 31 Ιουλίου έφτασαν σε μια κορυφή που την ονόμασαν αρχικά “Κορυφή της Νίκης” (σε ανάμνηση της ελληνικής νίκης στη Μάχη του Σαρανταπόρου) και την θεώρησαν ως την υψηλότερη (λίγο μετά μετονομάστηκε σε Ταρπηία Πέτρα). Αργότερα οι Μπουασονά, Μποβί και Κάκαλος συνειδητοποίησαν ότι δεν είχαν φτάσει ακόμα στην ψηλότερη κορυφή, καθώς όταν βελτιώθηκε ο καιρός, φάνηκε ο Μύτικας. Στις 2 Αυγούστου, και ώρα 10 και 25΄ το πρωί κατέκτησαν την μέχρι εκείνη τη στιγμή απάτητη κορυφή του Ολύμπου. Ο Κάκαλος αναρριχήθηκε πρώτος στην κορυφή, η οποία ονομάστηκε αρχικά “Κορυφή Βενιζέλος” και αργότερα Μύτικας[2]. Η εν λόγω ανάβαση έγινε γνωστή με τη δημοσίευση (1919) του βιβλίου “La Grece Immortelle” (“Η Αθάνατη Ελλάδα”).

Ο Χρήστος Κάκαλος ανέβηκε πολλές φορές στην κορυφή του ψηλότερου βουνού της Ελλάδας. Ως το τέλος της ζωής του, ο μπαρμπα-Χρήστος, όπως ήταν περισσότερο γνωστός, εξακολουθούσε να κάνει ορειβασία. Το 1972, λίγο πριν το θάνατό του, ανέβηκε σε ηλικία 93 ετών στον Όλυμπο. Πέθανε τον Απρίλιο του 1976 στο Λιτόχωρο, σε ηλικία 97 ετών[3].


ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΕΡΡΑΙΒΟΣ


Γεννήθηκε το 1773 στους Παλαιούς Πόρους (παλ. Πούρλια) της Πιερίας[1][2]. Το πραγματικό επίθετο της οικογενείας του ήταν Χατζηβασιλείου που το έκανε Περραιβός από την αρχαία ονομασία της περιοχής καταγωγής του.

Το 1793 σπούδασε στην ακμάζουσα τότε ελληνική Σχολή του Βουκουρεστίου και το 1796  μετέβη στη Βιέννη προκειμένου να σπουδάσει ιατρική. Εκεί συνάντησε τον Ρήγα Φεραίο, έγινε οπαδός του και συμμετείχε στις συνομωτικές κινήσεις. Κατά την σύλληψη των συνομωτών από τις Αυστριακές Αρχές ο Περραιβός αφέθηκε ελεύθερος αφού τον κάλυψε ο Ρήγας.  Αργότερα οι Γάλλοι εκτιμώντας τα οργανωτικά αλλά και τα συνωμοτικά του προσόντα του εμπιστεύτηκαν πολλές δύσκολες αποστολές σε διεργασίες. Στη Κέρκυρα όπου έμεινε αρκετά χρόνια, μέχρι το 1817, συνέγραψε την “Ιστορία του Σουλίου και της Πάργας” την οποία εξέδωσε στο Παρίσι το 1803 (μόνο τον α΄ τόμο) και στη συνέχεια το 1815 εκδίδει πλήρως το έργο του στη Βενετία. Αργότερα το 1857 ακολούθησε η τρίτη έκδοσή, διορθωμένη.

Το 1817 γίνεται μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Από την εποχή αυτή αρχίζει και η νέα δράση του Περραιβού. Κατ΄ εντολή της Εταιρείας ανέλαβε να προετοιμάσει τη μεγάλη εξέγερση στην ηπειρωτική Ελλάδα. Κατά δε την Επανάσταση του 1821 έδρασε ως πολιτικός και ως στρατιωτικός. Μετά το θάνατο του Καραϊσκάκη, ο Περραιβός τέθηκε υπό τις διαταγές του Υψηλάντη και τον ακολούθησε στις εκστρατείες του εναντίον των Τούρκων.

Έλαβε μέρος ως πληρεξούσιος στη Γ’ Εθνοσυνέλευση και στη Δ’ Εθνοσυνέλευση Άργους[4].

Μετά την ίδρυση του Ελληνικού Βασιλείου διορίσθηκε συνταγματάρχης στη Βασιλική φάλαγγα. Στις 18 Μαρτίου του 1844 ο Βασιλεύς Όθωνας του απένειμε τον βαθμό του υποστράτηγου.

Πέθανε στην Αθήνα σε ηλικία ενενήντα περίπου χρόνων στις 4 Μαΐου 1863.