ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ


Σπουδαιότατος ιδιότυπος κτητορικός ναός της Παναγίας, τιμώμενος εις την Μετάστασιν της Θεοτόκου ( 23 Αυγούστου ), φέρων την επωνυμία ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ ( τοπωνυμική προσωνυμία ), κείμενος εις μαγευτικήν θέσιν πλησίον της κωμοπόλεως του Λιτοχώρου, εις τας υπωρείας του μυθικού Ολύμπου και παρά την βορείαν όχθην του ωραιότερου ποταμού της Ελληνικής μυθολογίας Ενιπέως, κατά την αμέσως κατωτέρω τοπικήν  περιγραφήν.

Η θέσης όπου έχει ανεγερθεί ο ως άνω ναός έχει τρείς ονομασίες ,  «του Μήλιου το Γεφύρι» ή «Κοφτερή Πέτρα» ή «Μέλιντρα» και βρίσκεται στο τρίστρατον, που οδηγεί στο Λιτόχωρον, τον Όλυμπο και τον ιερόν τόπον της Ελληνικής Αρχαιότητος «Δίον» , τον και «Ρωμαϊκόν πέρασμα» αποκαλούμενον.

Παραπλεύρως του πέτρινου περιβόλου του ναού υπάρχει παλαιόν πέτρινον γεφύρι, το οποίον ενώνει τον ποταμόν με το Λιτόχωρο, κατασκευασθέν  κατά την εποχήν της Τουρκοκρατίας από τον Πρωτομάστορα  Μήλιον , δι’ όν λόγον και φέρει την ονομασίαν  του «Μήλια του γεφύρι» , αποτελούμενον από ένα εντυπωσιακόν πέτρινον τόξον, το οποίον  επεσκευάσθη  το 1918 από τα συμμαχικά Γαλλικά στρατεύματα, που είχαν  μετατρέψει  το μετόχι  της «Σκάλας»  εις αναρρωτήριον  του Γαλλικού στρατού.

Ο ναός είναι αμφικλινής κεραμοσκεπής, κτισμένος δι΄εντοπίων λίθων ακανονίστου σχήματος και μεγέθους. Εις τα  τέσσερας γωνίας του κτίσματος κατά την θεμελίωσιν του ναού έχουν τεθεί ανά μία πέτρα , φέρουσα εκάστη, ανάγλυφον  την εικόνα της μονής: Παναγίας Μακρυρράχης, Οσίου Εφραίμ του Σύρου Κονταριώτισσας, Αγίου Διονυσίου του εν Ολύμπω και της Παναγίας των Κανάλων.

Η σκεπή κατασκευάσθηκε από τον τεχνίτην ( σκεπατζήν ) Γεώργιο Λιόντα. Τα κεραμίδια είναι χειροποίητα από την εποχήν της Τουρκοκρατίας. Η αψίς  είναι ημικυκλική , φέρουσα εις το μέσον μεγάλον  πέτρινον σταυρόν, εστραμμένον προς την Κωνσταντινούπολιν, και υψηλά , ένθεν και ένθεν, ανοίγονται δύο τετράγωνοι φωτιστικαί θυρίδες. Ιδιάζον και αξιαπαρατήρητον   χαρακτηριστικόν  του Ιερού Ναού είναι, ότι είναι κτισμένον επί του προαναφερόμενου καταπέσοντος μεγάλου βράχου, διακρινομένου εντόνως εις την εξωτερικής όψιν του Ιερού , εις την βάσιν της αψίδος.

Ο ναός έχει δύο εισόδους: μίαν εις την βορείαν πλευράν  και ετέραν εις την δυτικήν. Η βορεία φέρει παραστάδες και ανώφλιον από τμήματα  βράχων και «βλέπει»  προς  το Μετόχι του τοπικού Αγίου Διονυσίου του Ολύμπου, ούτινος και ανάγλυφος λιθογραφία ύπερθεν  του ανωφλίου παρίσταται εις το Αέτωμα.  Από κει ο επισκέπτης  δύναται  ν’ ατενίζει  τις κορυφές του ελατοβριθούς Ολύμπου. Εις τας εξωτερικάς πλευράς του ναού υπάρχουν τοξοειδείς αβαθείς εσοχαί, εις τας οποίας  έχουν εντοιχισθεί πλάκες , ( λιθογραφίαι ) που απεικονίζουν όλες τις εκκλησίες του Λιτοχώρου που τιμούνται εις τους Αγίους: Νικόλαον, Δημήτριον, Γεώργιον, Αθανάσιον, Ιωάννην, Διονύσιον, Κοσμάν τον Αιτωλόν, Δώδεκα Αποστόλους, Προφήτην Ηλίαν και Αγίους Θεοδώρους, που κατασκευάσθησαν από τον γλύπτην Δημ. Α.Λέιναν.

Ο ναός είναι μονόχωρος , ξυλόστεγος, φέρων τυφλά αψιδώματα, κοσμούμενα από θαυμάσιες εικόνες και τοιχογραφίες ( πιστά αντίγραφα ) των εκκλησιών του Λιτοχώρου, τιμωμένων εις τα Αγίας Σολομωνήν, Ματρώναν, Παρασκευήν, Μαρίναν και Παναγίαν Παπανεκτάρη, Γοργουπήκοον και Χοροστασίου, έργα των αγιογράφων Ελένης Γκαγκαλή,  Ρίτσας  Μακρή και Μαρίας Βλαχοπαναγιώτη. Κοσμείται ο ναός και από θαυμάσιες ξυλόγλυπτες εικόνες των Αγίων : Αναστασίας , Αικατερίνης, Ελένης, Ιωάννας, φιλοτεχνηθείσες από Αγιορείτες μοναχούς , εις  δε τα θεμέλια του δυτικού τμήματος υπάρχουν δύο εσοχαί , όπου ο ξυλογλύπτης Ι. Νίκας απεικόνισε την Γέννησιν , την Σταύρωσιν και την Ανάστασιν  του Κυρίου. Ιδιαιτέραν όμως ιδιομορφίαν παρουσιάζει το τέμπλον σπανίως απαντώμενον. Είναι χειροποίητον  ξυλόγλυπτον  Μεσοβυζαντινού τύπου , ήτοι χαμηλόν  συγκείμενον από τέσσερα τετράγωνα ξυλόγλυπτα θωράκια, όσα και αι Δεσποτικαί εικόνες, άνευ ποδιάς, Δωδεκαόρτου, Λυπηρών κλπ. Αι δε επ’ αυτού εικόνες, είναι εκάστη απλώς στερεωμένη στο μέσον της  άνω πλευράς εκάστου θωρακίου και είναι έργα του αγιογράφου Γεωργίου Βροντινού. Έχει πάντως, το προσόν το χαμηλότατον τούτο τέμπλον, να καθιστά απολύτως ορατόν το Ιερόν.

Εις το ναόν υπάρχει επίσης μεγάλο αψίδωμα ( καμάρα ) κοσμούμενον από εντυπωσιακήν τοιχογραφίαν , με την επιγραφήν «Ευλογημένος τόπος», όπου εμφανίζονται το Λιτόχωρον και ο Όλυμπος μέσα στον Παράδεισον.

Εις το νότιον τμήμα του ναού ( εσωτερικώς ) υπάρχει  λιλιπούτιον ναϊδιον – παρεκκλήσι, κατασκευασμένον από πελεκητές ορθογωνισμένες πέτρες, και αφιερωμένον  εις την Παναγίαν την Γοργοεπήκοον. Τούτο έχει την όψιν ορθίου παραλληλογράμμου πλαισίου και εντός αυτού έχουν τοποθετηθεί δύο εικόνες. Κάτω η Κοίμησης  και επάνω το Γενέσιον της Θεοτόκου. Εις το πέτρινον ανώφλιον, ύπερθεν των εικόνων τούτων αναγιγνώσκεται μεγαλογράμματος επιγραφή «ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΥΠΗΚΟΟΣ   » 1934. Εν συνεχεία άνωθεν , σχηματίζεται πέτρινον  τοξωτόν  πλαίσιον περικλείον , εν λιθογραφία , την Παναγίαν εν  προτομή αριστεροκρατούσαν.

Το δάπεδον του ναού είναι εστρωμένον επίσης δι’ εντοπίων λίθων εν είδει  λιθοστρώτου , ομοιάζον προς την τεχνικήν των τοίχων. Η πέτρινη περίφραξις και κατασκευή είναι έργον των πετράδων Ε. Φαρμάκη. Α. Φουρκιώτη και Χ. Δούλκα. Εντυπωσιακόν τυγχάνει και το πλακόστρωτον αποτελούμενον από τεράστιες  πέτρες που τοποθετήθησαν από τους παραπάνω πετράδες.  Το εντυπωσιακόν περιβάλλον του ναού πλαισιούται από πλουσίαν και ποικίλην βλάστησιν, αμπέλι, ελιές, κυπαρίσσια, μουριές, ροδιές, δάφνες, καστανιές, έλατα, πεύκα.

Εις το Αρχονταρίκι του ιδιοτύπου τούτου ναού ευρίσκονται πολλές ξυλόγλυπτες χειροποίητες εικόνες και τοιχογραφίες, με παραστάσεις  του παλαιού Μοναστηριού  του Αγίου Διονυσίου , του Μυστικού Δείπνου και της Παναγίας με τους γονείς  της Ιωακείμ  και Άννα. Υπάρχουν Προσέτι, εις το περίβολον  δύο κελλιά και εις το βορειοδυτικόν  τμήμα ( εις υπερυψωμένην πέτρινην κατασκευήν ) ευρίσκεται μικρόν ναϊδιον , αφιερωμένον εις την Ζωοδόχον Πηγήν, εξ ης πηγάζει νερό από τον Όλυμπον με την επιγραφήν «Στην μνήμην του συζύγου μου Ηλία Ν. Παπανικολάου 20.7.1919 – 17.11.1988. Η σύζυγος του Ελένη».


( Κείμενο της Παναγιώτας Κωνσταντοπούλου – Δωρή από τον όγδοο τόμο της σειράς «Η Πολυώνυμος Δέσποινα και τα Επώνυμα Προσκυνήματα της Προσωνυμίαι»  – Μακεδονία Κεντρική – Δυτική ,  Αθήναι 2009 )